Κάποτε ήταν μια
παρέα δέκα παιδιών. Τα παιδιά αυτά αποφάσισαν να κατασκηνώσουν στο δάσος. Οι
σκηνές θα ήταν δύο και η μία θα απείχε
τρία μέτρα από την άλλη. Τα δέκα αυτά παιδιά λοιπόν έφτασαν στο δάσος, έστησαν
τις σκηνές τους και μαζεύτηκαν όλοι, κι έκατσαν στο χορτάρι ανάμεσα στις σκηνές
τους!!!
Όταν η ώρα πήγε δώδεκα το βράδυ, τα παιδιά μπήκαν μέσα στις
σκηνές τους κι έπεσαν να κοιμηθούν. Κάποια στιγμή –γύρω στις τρεις και μισή το
ξημέρωμα-τα κορίτσια άκουσαν έναν θόρυβο, σαν κάποιος να περπατούσε ανήσυχα εκεί
κοντά και έτσι βγήκαν από την σκηνή τους για να δουν τι γίνεται. Όταν βγήκαν
έξω είδαν ένα μικρό αλεπουδάκι, το οποίο προσπαθούσε να ανέβει πάνω στην σκηνή
και όταν τα κορίτσια τη βρήκαν, το μουτράκι του ήταν κλαμένο, και το ρώτησαν τι συμβαίνει. Εκείνηο είπε πως είδε
δύο γεροδεμένους, μουσάτους άντρες με κάτι τσεκούρια, που χτυπούσαν το πεύκο και
φοβόταν ότι αν συνέχιζαν έτσι θα ανακάλυπταν τον Ευκάλυπτο, το αγαπημένο δέντρο όλων των ζώων
του δάσους ! «Σχεδόν κάθε βράδυ εκεί όλα
τα ζώα και χορεύουμε», είπε η αλεπού κλαίγοντας.
Κάποια στιγμή είδε τους ξυλοκόπους να
πλησιάζουν στον μεγάλο ευκάλυπτο, τότε η
μικρή αλεπουδίτσα έβαλε τα κλάματα.
Τότε τα παιδιά
πλησίασαν τους ξυλοκόπους και τους εξήγησαν την όλη κατάσταση πολιτισμένα Αυτοί
ντράπηκαν κι έφυγαν με πικραμένο πρόσωπο.
Η μικρή αλεπουδίτσα ευχαρίστησε τα παιδιά
με δάκρυα χαράς στα μάτια και τα προσκάλεσε στο βραδινό τους πάρτι κάτω από τον
μεγάλο ευκάλυπτο του δάσους.
Έτσι, αυτοί έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα : )
Νανά Οικονομάκη Ε΄1